καπιταλιστικός /ka.pi.ta.lisˈtis/ Adjective
- English
- capitalist
- Українська
- капіталістичний
Example
- Το έθνος πέρασε σε ένα **καπιταλιστικό** σύστημα. (Οικονομικός Μετασχηματισμός / Οικονομικός Μετασχηματισμός / Οικονομικός Μετασχηματισμός) — της: Η χώρα πέρασε σε **κεφαλαιοκρατικό** καθεστώς.
- The nation transitioned to a capitalist economy.
- Το 'καπιταλιστικό' είναι το πιο ουδέτερο και σύγχρονο.