Φρούτο / Καρπός /ˈfrutɔ/ Noun
- English
- fruit
- Українська
- Плід
Example
- Αγόρασε ένα καλάθι φρέσκων καρπών από την αγορά. (αγοράζω/αγόρασα)
- She bought a basket of fresh fruit at the market.
- Ο 'καρπός' είναι πιο ζεστός και περιγραφικός από το δάνειο 'φρούτο'.