καταδικάζω /kataˈðikazo/ Verb
- English
- condemn
- Українська
- засуджувати
Example
- Η ΕΕ εξέδωσε ανακοίνωση για να [καταδικάσει] την εισβολή. (Καταδικάζω / Κατακρίνω / Αποδοκιμάζω — της: The UN issued a statement to condemn the invasion.)
- The UN issued a statement to condemn the invasion.
- Το 'καταδικάζω' είναι το τυπικό νομικό/πολιτικό ρήμα.