Κατηγορία /ka.ti.ɣoˈri.a/ Noun
- English
- accusation
- Українська
- звинувачення
Example
- Αρνήθηκε την **κατηγορία** της κλοπής. (Η **καταγγελία** / Η **μομφή** — της κλοπής)
- She denied the accusation of theft.
- Η 'κατηγορία' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.