κατοικίας /rɛzɪˈdɛnʃəl/ Adjective

English
residential
Українська
житловий

Example

  • Το έργο στοχεύει στην αναζωογόνηση της παλιάς συνοικίας [κατοικίας] (της γειτονιάς / της περιοχής / του τετραγώνου).
  • The project aims to revitalize the old residential district.
  • Το 'κατοικίας' είναι το πιο άμεσο και ζεστό.