κόκκινος /ˈkocino/ Adjective

English
red
Українська
Червоний

Example

  • Φορούσε ένα έντονο κόκκινο φουλάρι.
  • She wore a bright red scarf.
  • Το 'έντονο' τονίζει την καθαρότητα του χρώματος.