Εθιστικό / Κολλημένο /koˈli.o/ Επίθετο

English
sticky
Українська
Липкий

Example

  • Το παιδί είχε [κολλώδης: κολλώδη / κολλιέρη / κολλητική] δάχτυλα αφού έφαγε το γλειφιτζούρι.
  • The child had sticky fingers after eating the lollipop.
  • Η λέξη 'κολλώδης' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.