Όρμος /ˈormos/ Noun
- English
- bay
- Українська
- затока
Example
- Ο Κόλπος της Βεγγάλης είναι τεράστιος. [Κόλπος / Όρμος / Αγκαλιά (της θάλασσας)] — της: Ο Κόλπος της Βεγγάλης είναι τεράστιος.
- The Bay of Bengal is vast.
- Το «Κόλπος» είναι το πιο γενικό και επίσημο.