Ακμή /aˈkmi/ Adjective
- English
- prime
- Українська
- Першокласний / Основний
Example
- Η **κορυφαία** μου έγνοια είναι να προστατεύσω την περιουσία μου.
- My prime concern is to protect my property.
- Εδώ το 'κορυφαία' δίνει την αίσθηση της απόλυτης προτεραιότητας.