επιβλητικός /ɡɹænd/ Adjective
- English
- grand
- Українська
- Грандіозний
Example
- Το παλάτι διέθετε μια **μεγαλοπρεπή** σκάλα. (Επιβλητικός / Εντυπωσιακός / Μεγάλος)
- The palace featured a grand staircase.
- Εδώ τονίζεται η αρχιτεκτονική ομορφιά και το μέγεθος.