μέγεθος /ˈmeʝeθos/ Ουσιαστικό
- English
- magnitude
- Українська
- Масштаб
Example
- Δεν μπόρεσαν να συλλάβουν το [το μέγεθος] (της καταστροφής) — της καταστροφής.
- They failed to grasp the magnitude of the disaster.
- Εδώ τονίζεται η συναισθηματική και πρακτική διάσταση της ζημιάς.