Μετακίνηση /metakíːnisi/ Noun
- English
- transportation
- Українська
- ТРАНСПОРТ / ПЕРЕВЕЗЕННЯ
Example
- Οι δημόσιες μεταφορές — της πόλης παρέχουν εξαιρετική εξυπηρέτηση.
- The city provides excellent public transportation.
- Το «δημόσιες μεταφορές» είναι η μαγνητική φράση.