Μνημείο /mniˈmi.o/ Noun
- English
- monument
- Українська
- Пам'ятник
Example
- Ένα **μνημείο** [αφιέρωμα / ανάγλυφο / άγαλμα] στήθηκε προς τιμήν του στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Παύλου.
- A monument to him was erected in St Paul's Cathedral.
- Το 'στήθηκε' (αόριστος) είναι η τέλεια επιλογή για την ολοκλήρωση της πράξης.