Μουσείο /muˈze.o/ Noun

English
museum
Українська
Музей

Example

  • Περάσαμε το απόγευμα εξερευνώντας το επιστημονικό [μουσείο] (αρχαιολογικό / πινακοθήκη) — της ιστορίας.
  • We spent the afternoon exploring the science museum.
  • Το 'επιστημονικό' δίνει έμφαση στη γνώση.