προσέχω / παρατηρώ /proˈse.xo/ Noun
- English
- notice
- Українська
- помічати
Example
- Υπήρχε μια [Ανακοίνωση] στον πίνακα που έλεγε ότι η τάξη ακυρώθηκε.
- There was a notice on the board saying the class had been cancelled.
- Η 'Ανακοίνωση' είναι η πιο συνηθισμένη λέξη για επίσημο γραπτό μήνυμα.