Τρόμος /ˈtɾomos/ NounEnglishhorrorУкраїнськаЖахExampleΗ σκέψη να μείνει μόνη της την γέμισε **τρόμο**.The thought of being left alone filled her with horror.Εδώ ο τρόμος είναι το αποτέλεσμα μιας σκέψης.