Οδηγός /oˈðiɣos/ Noun

English
driver
Українська
Водій

Example

  • Ο **οδηγός** (καθοδηγεί / κατευθύνει / οδηγεί) χαιρέτησε κάθε επιβάτη με μια καλή κουβέντα.
  • The bus driver greeted every passenger with a kind word.
  • Η ευγένεια του οδηγού είναι σημαντική στην ελληνική κουλτούρα.