όπερα /oˈpera/ Noun

English
opera
Українська
о́пера

Example

  • Οι όπερες του Πουτσίνι **αποτελούν** (μελοδραματική παράσταση / λυρικό δράμα / μουσικό θέαμα) παγκοσμίως.
  • Puccini’s operas are world-renowned.
  • Η χρήση του ρήματος 'αποτελούν' δίνει έναν πιο επίσημο τόνο.