παραλία /paraˈli.a/ Noun

English
beach
Українська
Пляж

Example

  • Περάσαμε όλο το απόγευμα χαλαρώνοντας στην παραλία.
  • We spent the whole afternoon relaxing on the beach.
  • Η χαλάρωση στην παραλία είναι κεντρικό στοιχείο του ελληνικού καλοκαιριού.