Πατατάκι / Τσιπ /pataˈtaci/ Noun
- English
- chip
- Українська
- чіп / картопля фрі
Example
- Έτρωγε ένα μπέργκερ και [πατατάκια] με κέτσαπ.
- He was eating a burger and chips.
- Στην Ελλάδα, το 'πατατάκι' είναι η πιο κοινή λέξη για τις τηγανητές πατάτες του είδους.