πειραματισμός /pi.ra.ma.tizˈmos/ Noun
- English
- experiment
- Українська
- експеримент
Example
- Οι φοιτητές έκαναν ένα απλό πείραμα για να μετρήσουν τη βαρύτητα.
- The students performed a simple experiment to measure gravity.
- Εδώ το 'πειραμα' είναι η τυπική λέξη για την επιστημονική πράξη.