πελάτης /peˈlatis/ Noun

English
client
Українська
клієнт

Example

  • Η δικηγόρος συναντήθηκε με την εντολέα της για να συζητήσουν την υπόθεση.
  • The lawyer met with her client to discuss the case.
  • Στον νομικό τομέα, ο 'εντολέας' είναι πιο ακριβής.