το πεπρωμένο /miːˈra/ Ουσιαστικό
- English
- fate
- Українська
- доля
Example
- Το πεπρωμένο των τριών ανδρών παραμένει άγνωστο. [Το πεπρωμένο / Η μοίρα / Η τύχη] — της ζωής τους.
- The fate of the three men remains unknown.
- Εδώ το 'πεπρωμένο' ακούγεται πιο σοβαρό και φιλοσοφικό.