αναμένω /anaˈmeːno/ Verb
- English
- expect
- Українська
- очікувати
Example
- Η εταιρεία [περιμένει] (προσδοκώ / αναμένω / ελπίζω) ρεκόρ πωλήσεων φέτος.
- The company is expecting record sales this year.
- Εδώ το 'περιμένω' είναι η πιο φυσική επιλογή για επιχειρηματική πρόβλεψη.