Πιστοποιητικό /pisti.ti.fiˈtiko/ NounEnglishcertificateУкраїнськаСЕРТИФІКАТExampleΠήρε το [πιστοποιητικό] για την ολοκλήρωση του σεμιναρίου.She received a certificate for completing the course.Εδώ το 'πιστοποιητικό' είναι το φυσικό έγγραφο.