Πληροφορία /pli.ro.foˈri.a/ Noun

English
information
Українська
інформація

Example

  • Χρειάζομαι περισσότερη [γνώση / ενημέρωση / πληροφορία] πριν αποφασίσω.
  • I need more information before I can decide.
  • Η 'πληροφορία' είναι η πιο ουδέτερη επιλογή.