καράβι /kaˈra.vi/ NounEnglishshipУкраїнськаКорабельExampleΤο ναυπηγείο χτίζει [INLINE SYNONYMY: πλοία (καράβι / σκάφος / ναυάγιο)] για το Πολεμικό Ναυτικό.The yard builds ships for the Navy.Το 'ναυπηγείο' είναι η μαγνητική λέξη εδώ.