πολιτική /poliˈtici/ Noun

English
politics
Українська
політика

Example

  • Η απόφασή της να ασχοληθεί με την τοπική [πολιτική] ήρθε μετά τη συνάντηση στο δημαρχείο.
  • She decided to enter local politics after the town hall meeting.
  • Εδώ χρησιμοποιείται το «ασχολούμαι με» (imperfective) για τη συνεχή δράση.