ποσοστό /posoˈsto/ Noun
- English
- percentage
- Українська
- відсоток
Example
- Ποιο είναι το {ποσοστό} του πληθυσμού που αντιμετωπίζει το πρόβλημα της ακρίβειας;
- What percentage of the population is overweight?
- Εδώ το 'ποσοστό' είναι το κεντρικό θέμα της έρευνας.