πριν /ˈprin aˈðo/ Adverb

English
ago
Українська
тому

Example

  • Αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο πριν από πέντε χρόνια.
  • She graduated from university five years ago.
  • Η αποφοίτηση είναι μια στιγμή ελπίδας και νέων ξεκινημάτων.