με προσοχή /me prosokˈsi/ Adverb
- English
- carefully
- Українська
- обережно
Example
- Οδηγείς **προσεκτικά** στη βροχή. [Οδηγώ με προσοχή / Με επιμέλεια / Με φροντίδα] — of: Drive carefully in the rain.
- Drive carefully in the rain.
- Το 'προσεκτικά' είναι το πιο άμεσο και συχνό.