ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ /pro.op.tiˈci/ Noun

English
prospect
Українська
перспектива

Example

  • Η [προοπτική] (δυνατότητα/προσδοκία/ελπίδα) ενός μακροχρόνιου χειμώνα είναι καταθλιπτική.
  • The prospect of a long winter is depressing.
  • Εδώ η 'προοπτική' είναι η αναμενόμενη κατάσταση.