προτείνω /proˈtiːno/ Verb
- English
- propose
- Українська
- запропонувати
Example
- Η κυβέρνηση [προτείνει / εισηγείται / υποβάλλει] αλλαγές στο εκλογικό σύστημα.
- The government proposed changes to the voting system.
- Το 'προτείνω' είναι το πιο ουδέτερο και συχνό.