προκαλώ /prokaˈlo/ Verb
- English
- provoke
- Українська
- провокувати
Example
- Η ανακοίνωση προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων. (Διεγείρω / Εγείρω / Δίνω αφορμή)
- The announcement provoked a storm of protest.
- Το «θύελλα αντιδράσεων» είναι η κλασική μαγνητική συζεύξη.