τρέιλερ /ˈtreɪlɛr/ Noun
- English
- trailer
- Українська
- Причіп
Example
- Έδεσε το ρυμουλκούμενο (φορτηγίδα / τράιλερ / ρυμουλκό) στο φορτηγό του.
- He hooked the trailer to his truck.
- Το 'ρυμουλκούμενο' είναι ο επίσημος όρος, αλλά το 'τράιλερ' κυριαρχεί στην καθομιλουμένη.