Σανίδα /bɔːrd/ Noun

English
board
Українська
дошка

Example

  • Ξήλωσε το χαλί, αφήνοντας μόνο τις γυμνές **σανίδες**.
  • He ripped up the carpet, leaving only the bare boards.
  • Η λέξη 'σανίδες' εδώ υποδηλώνει το ξύλινο πάτωμα.