σοκ / σοκάρω /ʃok/ NounEnglishshockУкраїнськаШокExampleΗ είδηση του ξαφνικού του φυγής ήρθε σαν τεράστιο σοκ. [Συντριβή / Ταραχή / Πλήγμα]The news of his sudden departure came as a huge shock.Το «σοκ» εδώ είναι η άμεση, ψυχολογική αντίδραση.