Σιδηρόδρομος /siðiˈroðromos/ Noun
- English
- railway
- Українська
- залізниця
Example
- Ο [Σιδηρόδρομος] / [Τρένο] / [Σιδηροδρομική γραμμή] είναι ακόμα υπό κατασκευή.
- The railway is still under construction.
- Η λέξη 'Σιδηρόδρομος' είναι η πιο συνηθισμένη και περιεκτική.