σκοτώνω /skoˈto̱no/ Verb
- English
- kill
- Українська
- вбивати
Example
- Ο παγετός [εξαφανίζει] (φονεύει / σκοτώνει) τις ντομάτες.
- The frost killed the tomato plants.
- Στην πραγματικότητα, ο παγετός 'καταστρέφει' (destroys), αλλά το 'σκοτώνω' είναι κοινό για φυτά.