Σόλο / Μόνος μου /ˈso.lo/ Adjective
- English
- solo
- Українська
- Сам / Окремо / Соло (як запозичення)
Example
- Η πρώτη του ατομική πτήση (μόνος / ιδιόχειρος / χωρίς συνοδεία) ήταν ορόσημο.
- His first solo flight was a milestone.
- Το 'ατομική πτήση' είναι η πιο φυσική έκφραση.