επίκεντρο /eˈpikentro/ NounEnglishspotlightУкраїнськацентр увагиExampleΗ σκηνή φωτίστηκε από πολλούς μεγάλους [προβολείς].The stage was illuminated by several large spotlights.Εδώ εννοούμε τη συσκευή φωτισμού.