στοιχειώνω /xɑːnt/ Ρήμα

English
haunt
Українська
переслідувати

Example

  • Λένε πως ένας μοναχός [στοιχειώνει] τα ερείπια.
  • Legend says a monk haunts these ruins.
  • Εδώ το 'στοιχειώνω' είναι η πιο άμεση απόδοση για φαντάσματα.