Στούντιο /ˈstu.di.o/ Noun

English
studio
Українська
студія

Example

  • Το συγκρότημα [ηχογραφεί / ηχογράφησε] το νέο του άλμπουμ στο [στούντιο].
  • The band is recording their new album in the studio.
  • Το 'στούντιο' είναι οικείο και για μουσική και για τηλεοπτική χρήση.