Συγκινητικός /kiˈnuːme/ Adjective
- English
- moving
- Українська
- Зворушливий / Зворушити
Example
- Ήταν μια βαθιά [Συγκινητική] εμπειρία να επισκεφθώ το μνημείο.
- It was a deeply moving experience to visit the memorial.
- Η λέξη 'βαθιά' (deeply) ταιριάζει μαγνητικά.