συλλογικό /siloʝiˈko/ Επίθετο
- English
- collective
- Українська
- колективний
Example
- Η ομάδα επέδειξε [συλλογική / ομαδική / κοινή] ηγεσία κατά τη διάρκεια της κρίσης.
- The team showed collective leadership during the crisis.
- Τονίζει την ενότητα της δράσης.