Συμπονετικός /simbo̞neˈt͡sikos/ Adjective

English
sympathetic
Українська
Співчутливий

Example

  • Ήταν μια [συμπονετική] ακροάτρια τις δύσκολες στιγμές μου.
  • She was a sympathetic listener during my hardest week.
  • Εδώ τονίζεται η ικανότητα να ακούει και να κατανοεί τον πόνο.