Συμβούλιο /simˈvuʎo/ Noun

English
council
Українська
Рада

Example

  • Το Δημοτικό [Συμβούλιο] (Συμβούλιο / Σώμα / Βουλή) συζητά την πρόταση για τον νέο φόρο.
  • The town council is debating the new tax proposal.
  • Εδώ το 'Συμβούλιο' είναι το πιο φυσικό.