ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ /sinaínesi/ Noun

English
consensus
Українська
Консенсус

Example

  • Η επιτροπή έφτασε σε [συναίνεση] για τη νέα πολιτική.
  • The committee reached a consensus on the new policy.
  • Εδώ η 'συναίνεση' είναι το αποτέλεσμα της διαβούλευσης.