Κόλλημα / Σάρωσα /krʌʃ/ Ρήμα
- English
- crush
- Українська
- Захоплення (романтичне) / Роздавити (фізичне)
Example
- Το φορτηγό κυριολεκτικά [συνεθλίβη] κάτω από το τρένο.
- The car was completely crushed under the truck.
- Εδώ χρησιμοποιείται ο αόριστος (τελικός χρόνος) για ολοκληρωμένη πράξη.