ΚΑΛΩΔΙΟ / ΣΥΡΜΑ /kaˈloðio/ Noun

English
wire
Українська
дріт

Example

  • Ο φράχτης ήταν φτιαγμένος από **αγκαθωτό σύρμα** (αγκάθι / σιδερόσυρμα / λεπτό μέταλλο).
  • The fence was made of barbed wire.
  • Το «αγκαθωτό σύρμα» είναι η καθιερωμένη ονομασία για το barbed wire.